Για τον αγώνα των εργατών μεταναστών – Αυτόνομο Στέκι

Ο διαγωνισμός πλειοδοσίας σε φρόνημα δημοκρατικής νομιμότητας στον οποίο επιδόθηκαν όλες σχεδόν οι θεσμικές πολιτικές δυνάμεις, με αφορμή την κατάληψη της Νομικής σχολής από τους 250 απεργούς πείνας μετανάστες εργάτες, και η ευαισθησία που επέδειξαν στην υποτιθέμενη καταρράκωση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου, αποκαλύπτει αν μη τι άλλο ότι η ατζέντα στον δημόσιο διάλογο καθορίζεται εν πολλοίς από τις πιο συντηρητικές και μισαλλόδοξες αντιλήψεις, εκφραστής των οποίων δεν είναι, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν, αποκλειστικώς η άκρα Δεξιά.

Εκστομίστηκαν τέρατα όλες αυτές τις μέρες. Από τον «εκβιασμό» και τη «βεβήλωση» ως τη «λάθος επιλογή», το φάσμα των επικρίσεων περιλαμβάνει όλες εκείνες τις αποχρώσεις που καθιστούν τις διαφορές πολύ αδρά διακριτές όταν πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές δυνάμεις αντέδρασαν στα γεγονότα. Αρχικώς, πριν ξεσπάσει η συντονισμένη συκοφαντική επίθεση της κυβέρνησης και των μμε, κάποιοι προσπάθησαν να ανοίξουν μια ουσιαστική συζήτηση για τον αγώνα των μεταναστών. Άλλαξαν όμως ρότα μόλις το κλίμα βάρυνε επικίνδυνα και άρχισαν να μασάνε τα λόγια τους στα τηλεοπτικά πάνελ, ότι ναι μεν, αλλά, ότι «ήταν λάθος» που εν τέλει ίσως και να κοστίσει αντί να ωφελήσει κ.λπ. κ.λπ.. Ακόμα κι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις, όπως ο ΣΥΝ, που είδαν με κάποια συμπάθεια τον αγώνα των μεταναστών εργατών, ανέκρουσαν πρύμνα και συντάχθηκαν με την «κοινή γνώμη», την οποία τα μμε παρουσίασαν αγανακτισμένη με τα όσα συμβαίνουν.

Τα συντηρητικά ανακλαστικά της κοινωνίας, τα οποία οδήγησαν την πλειοψηφία να στοιχηθεί άρδην πίσω από το νόμο και το κράτος παρά τα εκτεταμένα φαινόμενα ανυπακοής και απείθειας που όψιμα επιδεικνύει, λειτούργησαν αυτοματικά υπερσκελίζοντας τις αντιπαλότητες, και συσπείρωσαν εχθρούς και φίλους απέναντι στον άλλο, τον ξένο. Αναμφίβολα, όπως όλα δείχνουν, η ρητορική της άκρας Δεξιάς έχει ισχυρά ερείσματα στη διάχυτη ξενοφοβία που ενδημεί στην ελληνική κοινωνία. Τα στερεότυπα αυτής της ξενοφοβίας ενισχύει ο λανθάνων λόγος της εξουσίας, που παρά τις διακηρύξεις των κυβερνώντων περί «προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής» βλέπει τους μετανάστες ως «μη έχοντες πολιτισμό» (Άννα Νταλάρα, αρμόδια υφυπουργός για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής), ή ως μη αρκούντως «γνήσιους Έλληνες» οι οποίοι δεν δικαιούνται πολιτογράφησης (γνωμοδοτική επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας), και, πάνω απ’ όλα, ως «εισβολείς λαθρομετανάστες».

Το πανεπιστημιακό άσυλο και η δήθεν κατάλυσή του ήταν η πρόφαση και όχι το πραγματικό επίδικο. Συγκαλυμμένος πίσω από τις κορώνες περί νομιμότητας και σεβασμού των δημοκρατικών ελευθεριών υφέρπει ο δηλητηριώδης ρατσιστικός λόγος, με θετική ή αρνητική μορφή και έκφραση. Είτε ως καταπατητές είτε ως ικέτες, οι μετανάστες εργάτες απεργοί πείνας αντιμετωπίστηκαν σχεδόν απ’ όλους ως ετεροπροσδιοριζόμενα υποκείμενα που υποκινήθηκαν βάσει σχεδίου που αποσκοπούσε στην ένταση από τη μια, ή ως υποχείρια κοντόθωρων πολιτικών σχεδιασμών από την άλλη, ή, ακόμα, ως θύματα ανεύθυνου χειρισμού και διαμεσολάβησης του δίκαιου κατά τ’ άλλα αγώνα τους…

Οι αλληλέγγυοι και όσοι ενεπλάκησαν βοηθώντας στην οργάνωση της απεργίας αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, με χλεύη και με εχθρότητα από τα μμε, που υποτίθεται ότι αντικαθρεφτίζουν την κοινή γνώμη, και με δικαστικές διώξεις από το κράτος. Εξίσου επικριτική στάση κράτησε και μερίδα του κινήματος, αν και αυτή διατυπώθηκε περισσότερο σαν εξορκισμός των χειρισμών εκείνου του κομματιού της Αριστεράς που ευθύς εξαρχής έδειξε ενεργά αλληλεγγύη στον αγώνα των μεταναστών παρά σαν καταδίκη αυτής καθαυτής της ενέργειας. Όσοι τάχτηκαν από την αρχή στο πλευρό των απεργών και τους βοήθησαν να οργανώσουν τον αγώνα τους καλούνται τώρα να απολογηθούν γιατί υποστήριξαν εμπράκτως τις πολιτικές τους επιλογές και πεποιθήσεις. Στις συμπληγάδες κοινωνίας, «συντρόφων» και κράτους συνθλίβονται όχι μόνον η αλληλεγγύη και η στοιχειώδης συνέπεια αλλά και η ίδια η ουσία του ακηδεμόνευτου αγώνα των μεταναστών εργατών για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά τους.

Είναι φυσικό το κράτος να έχει θορυβηθεί από την απειλή που αναγνώρισε στον συγκεκριμένο αγώνα των μεταναστών εργατών. Εξ αρχής διαφάνηκε ότι η αποφασιστικότητα και τα αιτήματα των απεργών πείνας θα μπορούσαν να αποτελέσουν θρυαλλίδα απρόβλεπτων εξελίξεων και αλυσιδωτών αντιδράσεων, με επίκεντρο τη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους. Προκειμένου να υποβαθμιστεί το περιεχόμενο του αγώνα τους, η προσοχή κατευθύνθηκε τεχνηέντως στο «πού» και όχι στο «πώς» και το «γιατί» επέλεξαν οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες να διεκδικήσουν από το κράτος τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στη χώρα, ή που εγκλωβισμένοι εδώ διεκδικούν το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση. Θέτοντας το ζήτημα της νομιμοποίησης συνολικά, οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες απαιτούν από το ελληνικό κράτος να εγκαταλείψει την τακτική της στρουθοκαμήλου που όλα αυτά τα χρόνια ακολουθεί και να αναγνωρίσει εδώ και τώρα το αυτονόητο: ότι αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο κατ’ επιλογήν ή κατ’ ανάγκην δικαιούνται να αποκτήσουν νόμιμη υπόσταση. Η μετατόπιση της συζήτησης από το μεταναστευτικό στο άσυλο απλώς επιβεβαιώνει ότι ο στρουθοκαμηλισμός της ελληνικής πολιτείας δεν είναι δείγμα αδυναμίας αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή. Πράγματι, όπως έχει επισημανθεί, οι διάφορες μορφές προσωρινής και υπό όρους νομιμοποίησης χρησιμοποιούνται ως μέσο ελέγχου και πειθάρχησης της φτηνής εργατικής δύναμης. Κάνει τα στραβά μάτια στο εκρηκτικό αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, με θύματα κυρίως τους μετανάστες που παραμένουν όμηροι του παραλογισμού, διότι εξυπηρετούνται ταυτοχρόνως ποικίλα κρατικά συμφέροντα, τόσο σχέσεων με τους εταίρους της ΕΕ και πίεσης προς τον άσπονδο εξ ανατολάς εχθρό, την Τουρκία, όσο και συντήρησης συγκεκριμένων μηχανισμών κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου.

Ανάλογη είναι εν πολλοίς και η υποκρισία όλων εκείνων που αρνούνται να αποδεχτούν το γεγονός ότι έχουν βρεθεί στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Αυτών που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τη βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού και του κράτους, και που αναζητούν τα εξιλαστήρια θύματα για τη δική τους δεινή κατάσταση όχι στην εγχώρια ληστρική ελίτ και στους συνεταίρους της αλλά στους μετανάστες. Είναι όλοι όσοι έχουν πειστεί ότι «δεν χωράνε άλλοι» στη χώρα, ότι η εγκληματικότητα, η ανεργία, η ένδεια και η υποβάθμιση της καθημερινής ζωής είναι λίγο πολύ φαινόμενα που οφείλονται στο ότι «έχουμε γίνει ξέφραγο αμπέλι» όπου βρίσκουν εύκολα καταφύγιο οι κολασμένοι όλου του κόσμου. Είναι οι ίδιοι που ενώ τους χτυπάνε κατακέφαλα νομίζουν ότι το αξίζουν, ότι θα πρέπει να θυσιαστούν για να «σωθεί η πατρίδα». Είναι αυτοί που δεν βλέπουν πόντο πέρα από τη μύτη τους και που θα κουνηθούν μόνο όταν πιάσει φωτιά ο δικός τους κώλος. Αν σηκώνουν ενίοτε μπαϊράκι και αψηφούν μερικώς το κράτος και τους νόμους είναι γιατί βλέπουν παντού προδότες και δωσίλογους που απεργάζονται με την αρωγή «ξένων κέντρων» τον «αφανισμό του έθνους».

Πριν σβήσουν μια και καλή τα φώτα του ξέφρενου πάρτι, και προτού η «ισχυρή ελληνική οικονομία» παρουσιάσει τα συμπτώματα της ενδημικής ασθένειας που έγινε το άλλοθι για την επιβολή μιας άνευ προηγουμένου εντατικής θεραπείας-σοκ, η εκμετάλλευση των μεταναστών ήταν κοινά αποδεκτή και ευρέως διαδομένη. Οι μετανάστες υλοποίησαν την φαντασίωση κοινωνικής ανόδου που πάντα ταλάνιζε τα κατώτερα και τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, αφού έγιναν η υπο-τάξη από την οποία όλοι μπορούσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να ωφεληθούν, και πάνω απ’ όλα, όλοι ένιωθαν ότι ήταν εμφανώς ανώτεροι από τους «κακομοίρηδες». Γέμισε ο τόπος μικρά αφεντικά και γερμανικά αυτοκίνητα. Η διάχυτη ευωχία συντηρήθηκε με δανεικά, με φουσκωμένες πιστωτικές κάρτες και δημόσια ελλείμματα, αλλά έγινε εφικτή μόνο χάρη στην αναπτερωμένη φαντασίωση της κοινωνικής ανόδου. Φτηνά εργατικά χέρια, αναλώσιμα σώματα χωρίς φωνή και δικαιώματα, οι μετανάστες ανέλαβαν τις εργασίες που κανένας δεν ήθελε να κάνει: στα χωράφια και στα θερμοκήπια, στις οικοδομές, στη βιοτεχνία, στα νοσοκομεία, στα νοικοκυριά, στα μπουρδέλα και στις πιάτσες. Τόνωσαν τη γη, την οικονομία και την βιομηχανία του σεξ της χώρας, βγάζοντάς την από το μαράζι.

Όταν ζόρισαν τα πράγματα, και τα φληναφήματα των πολιτικών σκορπίσανε στη θύελλα της κρίσης μαζί με την ψευδαίσθηση της ευμάρειας, από φτηνό εργατικό δυναμικό προς εκμετάλλευση οι μετανάστες έγιναν βάρος, αν όχι απειλή. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μέχρι τότε η συμβίωση μαζί τους ήταν ειδυλλιακή, επικρατούσε ωστόσο η ανοχή και η συνένοχη χρησιμοθηρία. Το ασυγκράτητο μεταναστευτικό κύμα που προκάλεσαν οι πόλεμοι, οι φυσικές(;) καταστροφές και η φτώχεια αύξησε τον όγκο των ροών και διαφοροποίησε τη σύνθεση των πληθυσμών των μεταναστών. Οι ανέστιοι, χωρίς χαρτιά μετανάστες πολλαπλασιάστηκαν και κατέκλυσαν το κέντρο των πόλεων, στοιβαγμένοι όπως όπως σε υπόγεια διαμερίσματα, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, στις πλατείες και τους δρόμους. Η εικόνα του μετανάστη εγκληματία, που τόσα χρόνια επανέρχεται στερεοτυπικά στα μμε, εντυπώνεται ανεξίτηλα στο συλλογικό φαντασιακό, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ακροδεξιάς ρητορικής. Τα πογκρόμ που εξαπέλυσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» σε αγαστή συνεργασία με την αστυνομία, υπό τη σκέπη και την διακριτική ανοχή του κράτους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μεμονωμένα περιθωριακά φαινόμενα: είναι έκφραση εκβαρβαρισμού της κοινωνίας υπό συνθήκες αγωνιώδους άγχους και πανικού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο αγώνας μέχρις εσχάτων που ξεκίνησαν οι 300 μετανάστες εργάτες βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους, ακριβώς για να αρνηθούν τη «γυμνή ζωή», βρήκε γυρισμένες τις πλάτες της πανικόβλητης κοινωνίας. Αντί ο αγώνας αυτός να βρει υποστηρικτές ανάμεσα στους προλετάριους όπως εκ των πραγμάτων του αρμόζει, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στην ανασύνθεση ενός πολιτικά αποτελεσματικού ανταγωνιστικού κινήματος, αν μη της εργατικής τάξης, αφέθηκε έρμαιο στη δίνη των μμε, βορά στα δόντια των συκοφαντών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τρέμουν όσο τίποτε άλλο τους ακηδεμόνευτους, αυτόνομους αγώνες από τα κάτω, που όπως δείχνουν οι ραγδαίες εξελίξεις και οι ανατροπές στα καθεστώτα της Βόρειας Αφρικής δεν έχουν πει την τελευταία λέξη.

Και όμως, είναι η ίδια η αποφασιστικότητα των απεργών πείνας και του αγώνα τους που σπάει το τοίχος της εχθρότητας και της αδιαφορίας που τόσο έντεχνα προσπάθησαν να οικοδομήσουν γύρω τους μμε και κυβέρνηση. Τα μηνύματα αλληλεγγύης και συμπαράταξής με τα αιτήματα των μεταναστών όλο και αυξάνονται, δράσεις αλληλεγγύης και αντιπληροφόρησης  γίνονται σ’ ένα σωρό πόλεις και γειτονιές, δεκάδες άνθρωποι περνάνε καθημερινά από το κτήριο της Ηπείρου εκφράζοντας έμπρακτά την υποστήριξή τους.

Σταγόνες στον ωκεανό; Ίσως, μα οι σταγόνες μερικές φορές μπορούν να ταράξουν τα λιμνασμένα νερά του διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού.

ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

ΕΜΕΙΣ ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ;

Αυτόνομο Στέκι

autonomo_steki@yahoo.gr

http://autonomosteki.espivblogs.net/